φαί

φαί
το см. φαγητό[ν]

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "φαί" в других словарях:

  • φαΐ — το / φαγίον, ΝΜ, και φαγί και φαγεί και φαεί Ν, και φαγεῑον και φαγίν Μ φαγητό, έδεσμα νεοελλ. φρ. α) «άλλο φαΐ τώρα» ας αλλάξουμε θέμα β) «πήγε το φαΐ στην ράχη μου» από στενοχώρια ή ανησυχία δεν ευχαριστήθηκα το φαγητό μου. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • φαΐ — το γεν. φαγιού, βλ. φαγητό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φάι, Ερβέρτος Αύγουστος Στέφανος — (Faye, 1814 – 1902). Γάλλος αστρονόμος. Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού και κατόπιν προσελήφθη στο αστεροσκοπείο της ίδιας πόλης. Το 1843 ανακάλυψε τον φερώνυμο περιοδικό κομήτη. Τιμήθηκε για την ανακάλυψή του αυτή με το βραβείο… …   Dictionary of Greek

  • χάι φάι — Ν άκλ. τεχνολ. όρος χρησιμοποιούμενος για τον χαρακτηρισμό τών συστημάτων εγγραφής και αναπαραγωγής ήχου υψηλής πιστότητας. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρκτικόλεξο από αγγλ. high fidelity «υψηλή πιστότητα»] …   Dictionary of Greek

  • αποφάγι — φάι κ. φαγούδι συνήθως στον πληθ. υπολείμματα φαγητού. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + φαγί ή < (αρχ. απαρέμφ.) αποφαγείν] …   Dictionary of Greek

  • Φαίδρου — Φαί̱δρου , Φαῖδρας masc gen sg Φαῖδρος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φαίδρω — Φαί̱δρω , Φαῖδρας masc gen sg (attic epic ionic) Φαῖδρος masc nom/voc/acc dual Φαῖδρος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαιός — ά, ό / φαιός, ά, όν, ΝΜΑ, θηλ. και ή Ν 1. (ιδίως για το χρώμα τού λυκαυγούς ή τού λυκόφωτος) αυτός που έχει χρώμα μεταξύ λευκού και μαύρου, σκούρος, μουντός 2. (το θηλ. ως κύριο όν.) η Φαιά μυθ. αγριόχοιρος που λυμαινόταν την περιοχή τού… …   Dictionary of Greek

  • Liste der unregelmäßigen Substantive im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste unregelmäßiger Substantive im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Nomen im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»